Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εχπούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: εχπούλ' Προφορά: εχπούλ
  1. νεοσσός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ρήμα εκπουλίζω = το πουλάκι μόλις βγει από το αυγό

    Ιδίωμα:
    Κρώμνης

    Παράδειγμα:
    Τη Καλομηνά τ' εχπούλα̤, το μοθοπώρ' μετρούν ατα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια