Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη ακουλού
Παράδειγμα: Αδελφή τη Γερβασίονος έτον άσ̌κεμος άμα αχουλούσα. (από το αχούλ': μυαλό).
Αρσενικό: Ενικός: αχουλούς Πληθυντικός: αχουλούδες
Θηλυκό: Ενικός: αχουλούσα Πληθυντικός: αχουλούδες
Ουδέτερο: Ενικός: αχουλούν Πληθυντικός: αχουλούγια
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.