Παράδειγμα: Αχολίαστον καν'νάν ’κ’ εφέκεν.
Αρσενικό: Ενικός: αχολίαστος Πληθυντικός: αχολίαστοι
Θηλυκό: Ενικός: αχολίαστος / αχολίαστέσα Πληθυντικός: αχολίαστοι
Ουδέτερο: Ενικός: αχολίαστα Πληθυντικός: αχολίαστα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.