Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αχμάκς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αχμάκ'ς Προφορά: αχμάκ
  1. ανόητος, βλάκας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράγωγα:
    αχμαχλούκ’ = βλακεία
    αχμακωτός= ολίγον βλάκας

    Παραδείγματα:
    1) Όλαν εσείν ντο αχμάκ’ ανθρώπ’ είστεν.
    2) Αχμάκ’ς έν’ π’ εθαρρεί ατα πως είναι τραβωδίας.

  2. δειλός Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια