Προέλευση: τουρκική
Παράγωγα: αχμαχλούκ’ = βλακεία αχμακωτός= ολίγον βλάκας
Παραδείγματα: 1) Όλαν εσείν ντο αχμάκ’ ανθρώπ’ είστεν. 2) Αχμάκ’ς έν’ π’ εθαρρεί ατα πως είναι τραβωδίας.
Αρσενικό: Ενικός: ο αχμάκ'ς, τη αχμάκ', τον αχμάκ' Πληθυντικός: οι αχμάκ', τη αχμακίων, τοι αχμάκ'ς
Θηλυκό: Ενικός: η αχμάκαινα, τη αχμάκαινας, την αχμάκαινα Πληθυντικός: οι αχμάκ' / αχμάκαινες, τη αχμακίων, τοι αχμάκαινας
Ουδέτερο: Ενικός: το αχμάκ' / αχμάκ'κον Πληθυντικός: τα αχμάκ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.