Προέλευση: από το στερητικό α- και χαντζεύω
Αρσενικό: Ενικός: αχάντζευτος Πληθυντικός: αχάντζευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αχάντζευτος Πληθυντικός: αχάντζευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αχάντζευτον Πληθυντικός: αχάντζευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.