Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αχαντάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αχαντά̤ζω Προφορά: αχαντεάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον ερμηνείες:
    1) τσιμπώ (μεταβατικό)
    2) Χορτοθερί’ εχάντιαζαν τη ρίζαν εθε.(προστατεύω με αγκάθια)
    2) Αχαντά̤ζω το κεπίν. (προστατεύω με αγκάθια)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό αχάντιν (άκανθα)

  2. τσιμπώ κάποιον με αγκάθι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια