Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες:
1) Αχάλαγον ακόμαν έν’ το περβόλ’. (ο μη χαλασθείς, ο μη ερειπωθείς)
2) Οψέ κιάν κρατείς τη λίραν αχάλαγον. (ο ανταλλαγείς με μικρότερα νομίσματα)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός αχάλαγος
Πληθυντικός: αχάλαγοι
Θηλυκό:
Ενικός αχάλαγος
Πληθυντικός: αχάλαγοι
Ουδέτερο:
Ενικός αχάλαγον
Πληθυντικός: αχάλαγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός. εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.