Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη χαΐρ = προκοπή
Παράδειγμα: Η πεθερά τ’ς είνας απρόκοφτος κι αχαΐρευτος δεν ’κ’ εποίν’νεν.
Αρσενικό: Ενικός: αχαΐρευτος Πληθυντικός: αχαΐρευτοι
Θηλυκό: Ενικός: αχαΐρευτος / αχαΐρευτέσα Πληθυντικός: αχαΐρευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αχαΐρευτον Πληθυντικός: αχαΐρευτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.