Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει φουσκωθεί
Παραδείγματα: 1) Τα ψωμία αφούσκωτα επέμ’ναν. 2) Τ’ αγγείον αφούσκωτον έν’.
Αρσενικό: Ενικός: αφούσκωτος Πληθυντικός: αφούσκωτοι
Θηλυκό: Ενικός: αφούσκωτος / αφούσκωτέσα Πληθυντικός: αφούσκωτοι
Ουδέτερο: Ενικός: αφούσκωτον Πληθυντικός: αφούσκωτα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.