μαντηλοδέσιμον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μαντηλοδέσιμον
Προφορά: μαντηλοδέσιμον
-
το δέσιμο στο δεξιό βραχίονα του γαμπρού με ένα άσπρο μαντήλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
συνήθεια, κατά την οποία έδεναν ένα μαντήλι στο μπράτσο του γαμπρού, την ώρα που φορούσε τα γαμπριάτικα
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης