Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μαντηλοδέσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μαντηλοδέσιμον Προφορά: μαντηλοδέσιμον
  1. το δέσιμο στο δεξιό βραχίονα του γαμπρού με ένα άσπρο μαντήλι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

  2. συνήθεια, κατά την οποία έδεναν ένα μαντήλι στο μπράτσο του γαμπρού, την ώρα που φορούσε τα γαμπριάτικα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια