Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνείες: 1) Αφόριγος πού θα πάω, (που δεν έχει φορέσει) 2) Το μαξιλάρ' αφόριγον έν’, (που δεν είναι φορεμένος)
Αρσενικό: Ενικός: αφόριγος Πληθυντικός: αφόριγοι
Θηλυκό: Ενικός: αφόριγος Πληθυντικός: αφόριγοι
Ουδέτερο: Ενικός: αφόριγον Πληθυντικός: αφόριγα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.