Προέλευση: αραβική, από την αραβική λέξη efkiar
Χρήση από: Π. Σαλαπασίδη
Παράδειγμα: Πίνω σε ας τ’ αφκιαρόπο ’μ’ κι ασήν τυραννισίαν.
Ενικός: αφκιάριν / αφκιάρ' Πληθυντικός: αφκιάρα̤