Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αφκιάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αφκιάρ' Προφορά: αφκιάρ
  1. λύπη, μελαγχολία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    αραβική, από την αραβική λέξη efkiar

    Χρήση από:
    Π. Σαλαπασίδη

    Παράδειγμα:
    Πίνω σε ας τ’ αφκιαρόπο ’μ’ κι ασήν τυραννισίαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια