Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καπνίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καπνίζω Προφορά: καπνίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    βγάζω καπνό

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Το ρδανίν καπνίζ’.
    2) Να μή καπνίζ’ τ’ οσπίτι σ’! (να ερημωθεί, να πεθάνετε όλοι!)
    3) Καπνίζ’ η τα̤πά̤ μ’. (γίνομαι εκτός εαυτού)

Παρατηρήσεις - Σχόλια