Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
μιαμούρτς (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μα̤μούρτς
Προφορά: μεαμούρτς
ανώτερος δημόσιος υπάλληλος της Τουρκίας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Είπεν τον μα̤μούρ’ να κόφτ’ τρία τεσκερέδες.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
μαμούρτς (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια