Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μετρεσέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μετρεσέ Προφορά: μετρεσέ
  1. ιεροδιδασκαλείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Είνας Χότζας δέκα χρόνια εκάτσεν σην μετρεσέν και ’κ’ έμαθεν γράμματα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια