Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Πολλά γονά̤χ'ς έν’.
Παράγωγα: γοναχωτός, -έσα, -όν (λίγο σκληρός) γοναχλούχ (σκληρότητα)
Αρσενικό: Ενικός: γονά̤χης / γονά̤χ'ς Πληθυντικός: γονά̤χοι / γονά̤χ'
Θηλυκό: Ενικός: γονά̤χαινα Πληθυντικός: γονά̤χ'
Ουδέτερο: Ενικός: γονά̤χ'κον Πληθυντικός: γονά̤χ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.