Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσοστράτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοστράτ' Προφορά: μεσοστράτ
  1. μέση της στράτας, του ταξιδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σο μεσοστράτ’ ’κ’ επρόφτασεν, σο μεσοστράτ’ ’κ’ επήγεν.

  2. ο μισός δρόμος μιας διαδρομής Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    «'Ακόμαν το μεσο- στράτ' ευρίουμες»

  3. 1) στη μέση του δρόμου 2) το μισό της απόστασης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια