Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσοστούλαρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοστούλαρον Προφορά: μεσοστούλαρον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κολόνα ξύλινη χοντρή κάποτε ολόκληρος κορμός δέντρου που υποβάσταζε το μεσόδοκον

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

  2. ο κεντρικός στύλος του σπιτιού που υποβαστάζει την κεντρική δοκό της στέγης Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια