μεσοστούλαρον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: μεσοστούλαρον
Προφορά: μεσοστούλαρον
-
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ο κεντρικός στύλος του σπιτιού που υποβαστάζει την κεντρική δοκό της στέγης
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης