Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεσοκοδέσποινα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεσοκοδέσποινα Προφορά: μεσοκοδέσποινα
  1. νοικοκυρά 40 χρονών κι απάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Με τα μεσοκοδέσπαινες μ’ εμπαίν’τς και γονουσ̌εύεις.

Παρατηρήσεις - Σχόλια