καλύπτω, συγκαλύπτω, στεγάζω1) βάζω στέγη στην οικοδομή
2) βάζω κάλυμμα στο κεφάλι
3) παραδίδω κάτι στη λήθη, λησμονιάΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα σκεπάζω
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.