Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σκεπάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌κεπάζω Προφορά: σκεπάζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες - Παραδείγματα:
    1) Σκεπάζω.
    2) Φορώ καπέλο, τσίτι.
    Έλα και φορ’ γυναίκα, σκεπάσι Τραπεζουντέϊκον.

  2. καλύπτω, συγκαλύπτω, στεγάζω 1) βάζω στέγη στην οικοδομή 2) βάζω κάλυμμα στο κεφάλι 3) παραδίδω κάτι στη λήθη, λησμονιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα σκεπάζω

Παρατηρήσεις - Σχόλια