Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σκαλοκέφαλο (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σκαλοκέφαλο
Προφορά: σκαλοκέφαλο
το επάνω μερος της σκάλας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ιδίωμα:
Οινόης
Παράδειγμα:
Η μάνα του εκοιμάτουνε σο σκαλοκέφαλο.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια