Προέλευση: Τούρκικη
Παράδειγμα: Εσισμανλάεψεν κ’ εγέντον άμον βαρέλ’.
Παράγωγο: σισμανλάεμαν, σισμανλούχ=παχυσαρκία.
Παράδειγμα: Ας σο σισμανλούχ' να πορπατεί ’κι σωζ’.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.