Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σισμανλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σισμανλαεύω Προφορά: σισμανλαεύω
  1. 1) Γίνομαι ευτραφής 2) παχαίνω πολύ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Τούρκικη

    Παράδειγμα:
    Εσισμανλάεψεν κ’ εγέντον άμον βαρέλ’.

    Παράγωγο:
    σισμανλάεμαν, σισμανλούχ=παχυσαρκία.

    Παράδειγμα:
    Ας σο σισμανλούχ' να πορπατεί ’κι σωζ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια