Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καπαχάτ
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Εχώρεσεν σο καπαχάτ’ν ατ’ και εκοκκινίασεν.
Ομόρριζο - Παράγωγο: καπαχατλής, -ήσα, -ήν (ένοχος)