Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καπατεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καπατεύω Προφορά: καπατεύω
  1. σκεπάζω, κλείνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καπατμάκ

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    κρύβω για να μην φαίνεται

Παρατηρήσεις - Σχόλια