Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

εφτάνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: εφτάνω Προφορά: εφτάνω
  1. προφθάνω, ωριμάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα φθάνω

    Παράδειγμα:
    1) Ση μάισσας το λιθάρ' καικά έφτασαν ατον (προφθάνω).
    2) Εύρεν απίδ' θέλ' α̤το και εφτασμένον. (για τους απαιτητικούς, ωριμάζω)

  2. φθάνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια