Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα φθάνω
Παράδειγμα: 1) Ση μάισσας το λιθάρ' καικά έφτασαν ατον (προφθάνω). 2) Εύρεν απίδ' θέλ' α̤το και εφτασμένον. (για τους απαιτητικούς, ωριμάζω)
Ενεστώτας: εφτάνω Παρατατικός: έφτανα , εφτάνα Μέλλοντας: θα εφτάνω Αόριστος: έφτασα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.