Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη καπαχάτ
Ιδίωμα: Άδισσας
Παράδειγμα: Δός χρήματα και ούλα̤ τα καπαέτια σ’ συχωρεύουνταν.
Παράδειγμα: Το καπαέτ τ'έσόν έτον με τ' έμέν ντ' εβραδιάστες.