Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιπικόρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: Σιπικόρ' Προφορά: σιπικόρ
  1. 1) Όρος μεταξύ Κελκίτ και Ερζιγκιάν με 2500μ. ύψος. 2) Χωριό στους πρόποδες με 120 οικογένειες. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια