Προέλευση: Από τούρκικο σιουριουνμέκ.
Παράδειγμα: Εμείς ξαν’ α πάμε κι έρχουμες ση Ρουμανίαν και α σιουριουνεύκουμες.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.