Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

συρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌υρίζω Προφορά: συρίζω
  1. σφυρίζω, ανόητος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ραχͮία μη σ̌υρίζετε, ποτάμα̤ μη βοάτε, (Σφυρίζω)
    2) Σ̌υρίζ’ και λάσ̌κεται, (είναι εύθυμος, ανόητος)
    3) Σ̌υρίζω κι αρμενίζω κι αρμενοκόφτω και πάω.

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. σφυρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. σφυρίζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια