σφυρίζω, ανόητοςΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ραχͮία μη σ̌υρίζετε, ποτάμα̤ μη βοάτε, (Σφυρίζω)
2) Σ̌υρίζ’ και λάσ̌κεται, (είναι εύθυμος, ανόητος)
3) Σ̌υρίζω κι αρμενίζω κι αρμενοκόφτω και πάω.
Ιδίωμα:
Σαντάς
σφυρίζωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης