Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σινεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σινεύω Προφορά: σινεύω
  1. κρύβομαι και σιωπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εφοέθαν, εσίνεψαν σ’ έναν άκραν και τερούν ντο θα γίνεται.

  2. 1) χώνομαι κάπου 2) κάθομαι συνεσταλμένος και σιωπώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη sinmek = εισδύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια