Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιναμπεκή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιναμπεκή Προφορά: σιναμπεκή
  1. Συναμική, φυτό του οποίου τα φύλλα βραζόμενα χρησιμοποιούνταν ως καθαρτικό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια