Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σουμοχώρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σουμοχώρ' Προφορά: σουμοχώρ
  1. πλησιόχωρο Χωριό κοντά στην πόλη, κοντινό χωριό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Είδεν τα σουμοχώρα̤ να τρέχ’νε σο Καν.
    2) Ελάλεσεν ούλα τα σουμοχώρα̤ σον γάμον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια