Προέλευση: Τούρκικη
Π.Υψηλαντη
Παράδειγμα: Έναν τρανόν βρεχήν εσίλεψεν κ’ εχάσεν τον ασλάν.
Στη Σαντά σιλεύω θα πει πλύνω και καθαρίζω το πάτωμα.
Παθητική φωνή: σιλεύκουμαι= σφουγγαρίζομαι
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.