Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σιλεύω Προφορά: σιλεύω
  1. Σβήνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Τούρκικη

    Π.Υψηλαντη

    Παράδειγμα:
    Έναν τρανόν βρεχήν εσίλεψεν κ’ εχάσεν τον ασλάν.

    Στη Σαντά σιλεύω θα πει πλύνω και καθαρίζω το πάτωμα.

  2. σφουγγαρίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    σιλεύκουμαι= σφουγγαρίζομαι

  3. σφουγγαρίζω επιστρώνω το δάπεδο με πολτό από άργιλο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια