Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κανόνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κανόνα Προφορά: κανόνα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) κόλλυβα του μνημόσυνου
    2) πρόστιμο που επιβάλλει ο ξημολοετής (εξομολόγος)

    Παράδειγμα:
    Ο ξημολοετής έβαλεν ατον κανόναν χͮίλια γονατοκλισίας.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η επιβαλλόμενη τιμωρία

Παρατηρήσεις - Σχόλια