σιλευτέρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σιλευτέρ'
Προφορά: σιλευτέρ
-
σφουγγαρόπανο
Πανί ή κουρέλι που μεταχειρίζονται στο σφουγγάρισμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σφουγγαρόπανο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης