Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σίδερον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σίδερον Προφορά: σίδερον
  1. σίδηρος, σιδερένιος, μασιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
    1) ’Κι παίρω τεμερτζήν ατός εχ’ σίδερον ψην. (Σιδερένιος. )
    2) Το σίδερο για το σιδέρωμα.
    3) Εκρέμ’σεν σίδερον, (έριξε άγκυρα, έκατσε πολύ.)

Παρατηρήσεις - Σχόλια