Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιδεροκέφαλος (ο), (η) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: σιδεροκέφαλος Προφορά: σιδεροκέφαλος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    Το κιφάλι σου να είναι γερό σαν το σίδερο! (ευχή στον γαμπρό, στη νύφη).

Παρατηρήσεις - Σχόλια