Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σιδεροκέφαλος (ο), (η)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: σιδεροκέφαλος
Προφορά: σιδεροκέφαλος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
Το κιφάλι σου να είναι γερό σαν το σίδερο! (ευχή στον γαμπρό, στη νύφη).
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια