Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γονεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γονεύω Προφορά: γονεύω
  1. κάθομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη konmak

    Παράδειγμα:
    Θα γίνομαι έναν πουλίν σα χͮείλα̤ σ’ θα γονεύω.

    Ιδίωμα:
    Σάντας

  2. κάνω στάση Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου
  3. γονιμοποιώ, κατασταλάζω επικάθημαι σε γόνο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικό γονεύειν
    < ..ώσπερ αι μέλιτται κοινή ποιούσιν εν ώ λέγονται γονεύει... Πλούταρχου Ηθικά 980>

    Προστακτική:
    γόνεψον!

    Παράδειγμα:
    « Εγόνεψαν τα μελεσσίδεα σ' άνθεα 'παν»

  4. κατασταλάζω, γονιμοποιώ Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια