Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη konmak
Παράδειγμα:
Θα γίνομαι έναν πουλίν σα χͮείλα̤ σ’ θα γονεύω.
Ιδίωμα:
Σάντας
Προέλευση:
από το αττικό γονεύειν
< ..ώσπερ αι μέλιτται κοινή ποιούσιν εν ώ λέγονται γονεύει... Πλούταρχου Ηθικά 980>
Προστακτική:
γόνεψον!
Παράδειγμα:
« Εγόνεψαν τα μελεσσίδεα σ' άνθεα 'παν»