Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σέρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σέρα Προφορά: σέρα
  1. ποτάμι κοντά στην Τραπεζούντα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. χορός ποντιακός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από το όνομα του ποταμού Σέρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια