Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κονεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κονεύω Προφορά: κονεύω
  1. κάθομαι, στρατοπεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εκόνεψεν ατματσ̌άς ση δεντρού την κορφήν. (κάθομαι)
    2) Έρθεν πουλίν κι εκόνεψεν σου ζυγονί’ την άκραν. (κάθομαι)
    3) Έρθεν ο Τούρκον ο κακόν κ’ εκόνεψεν σήν χώραν. (στρατοπεύω)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη konmak

  2. διανυκτερεύω 1) κάθομαι κάπου για ανάπαυση 2) κάνω στάση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Όθεν καικά ευρίκ’ς τσάπαν φαίν, αμάν κονεύ’ς εκαικά.

  3. επικάθομαι, ακουμπώ, κατασκηνώνω, διανυκτερεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη konmak

Παρατηρήσεις - Σχόλια