σελεμεντέρτς (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ελεμεντέρτς
Προφορά: σελεμεντέρτς
-
ακατάστατος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
ακατάστατος και απρόσεκτος στο ντύσιμο και το βάδισμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης