Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γονέος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γονέος Προφορά: γονέος
  1. γονιός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό γονεύς

    Παραδείγματα:
    1) Εφτάγ’νε οι γονέοι κι ευρήκ’νε τα παιδία.
    2) Γωνέα (πέτρα στις γωνίες) να γίνεσαι, άμα γονέος να μή γίνεσαι!

  2. γονέας Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια