Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σειρά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σειρά̤ Προφορά: σειρεά
  1. σειρά, γραμμή Οικονομική κατάσταση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1)Σειρά̤ν, σειρά̤ν παιδόπα, σα μέσα τουν πιστοφόπα. (Σειρά, γραμμή)
    2)Έχ’νε καλόν σειρά̤ν, έχασεν την σειρά̤ν. (Οικονομική κατάσταση)

  2. αράδα η γραμμή η κατα σειρά προτεραιότητας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από την αρχαιοελληνική λέξη σειρά = σκοινί, ταινία

    Πληθυντικός αριθμός : τα σειράδας

Παρατηρήσεις - Σχόλια