Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαχά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌αχά Προφορά: σαχά
  1. Αστείο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κεπέκλησες

    Προέλευση:
    Από το τούρκικο σακά

    Παράδειγμα:
    Ο Νικόλας ολίγον εγάνεψεν τα σαχάδες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια