Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαρπίν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαρπίν Προφορά: σαρπίν
  1. σανιδόκτιστος αποθήκη χωρισμένη σε 4 ή 6 σακκονάρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

  2. αποθήκη , αμπάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    Από τη μεσαιωνική λέξη σαρπίον - σάρπος

Παρατηρήσεις - Σχόλια