γόνατον (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γόνατον
Προφορά: γόνατον
-
γόνατο (ποδιού)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
γόνατο (η άρθρωση που συνδέει το μηρό με την κνήμη)
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη