Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σαριλεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σαριλεύκουμαι Προφορά: σαριλεύκουμαι
  1. Εναγκαλίζομαι, περισφίγγω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    Από το τούρκικο, σαριλμάκ.

    Παράδειγμα:
    (Εγάπ’) σκούται και σαριλεύκεται ση σεβνταλή τη γούλαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια