γονατοκλισία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. γονατοκλισία , 2. γονατοκλυσία
Προφορά: γονατοκλισία
-
γονυκλισία
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
γονυκλισία, γονάτισμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης