Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παΐρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παΐρ' Προφορά: παΐρ
  1. ανηφοριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τ' εμόν εγάπη μαναχόν θ' απομέν σα παΐρα̤.

  2. ανήφορος, πλαγιά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ανήφορος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη bayr

Παρατηρήσεις - Σχόλια