Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

παίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: παίζω Προφορά: παίζω
  1. παίζω, περιπαίζω, κοροϊδεύω, απατώ, χορεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Έπαιξεν μας κ' εδέκε μας πρόστυχον πασμάν' (κοροϊδεύω).
    2) Παίζ' τ' ομμάτι μ' (χορεύει).

    Παθητική φωνή:
    παίχκουμαι (=πλανιέμαι)
    Ποίον κορίτσ' 'κί παίχκεται, σην σεβτάν 'κί κομπούται (πλανιέμαι)

  2. εμπαίζω 1) παίζω μουσικό όργανο 2) κοροϊδεύω κάποιον Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. παίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια